Το αναγκαστικό κατοχικό «δάνειο» προς τους Γερμανούς...

Το 1941, στὴ ρηματικὴ ἀνακοίνωση τοῦ πληρεξουσίου τοῦ Γ΄ Ράιχ στὴν Ἑλλάδα πρὸς τὴν κυβέρνηση τῶν Ἀθηνῶν, ἀναφέρονται μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ παρακάτω: «Ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, δέον ὅπως ρυθμίζει κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὴν ἐπάρκειαν τοῦ χαρτονομίσματος εἰς δραχμᾶς, ὥστε νὰ ἐξασφαλίζει μηνιαίως διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ, ποσὸν μέχρις 25 ἑκατομμυρίων μάρκων».

Στὴν πραγματικότητα, τὰ λεγόμενα «ἔξοδα κατοχῆς» ἦταν πολὺ περισσότερα ἀπό τὰ 25.000.000 μάρκα μηνιαίως. Ἡ Γερμανία εἶχε ὑποχρεώσει τὴν Ἑλλάδα νὰ κεφαλαιοδοτῇ καὶ νὰ συντηρῇ τὰ στρατεύματα ποὺ στάθμευαν σ’αὐτήν καὶ εἶχαν πεδίο δράσης τὴν ευρύτερη περιοχὴ της [ἦσαν δὲ ὑπερπολλαπλάσια ἀπό ἐκείνα τῶν στρατευμάτων κατοχῆς] ἀπό τὴν ἀρχή τῆς κατοχικῆς περιόδου.

Ἐπιπλέον ἡ Ἑλλάδα ἀνεφοδίαζε μὲ τρόφιμα τὸ μέτωπο τῆς Λιβύης. Φυσικὸ ἐπακόλουθο τῶν ὑπέρογκων δαπανῶν κατοχῆς, ποὺ τὰ συνόδευε ἡ “παντὸς ἀγαθοῦ” λεηλασία τοῦ τόπου, ἦταν ὁ λιμὸς.

Αὐτό ὅμως ἐξωθοῦσε τοὺς Ἕλληνες στὴν ἀντίσταση. Γιὰ νὰ «ἀντιμετωπίσουν» οἱ κατακτητὲς αὐτό τὸ πρόβλημα, κατέληξαν μετὰ ἀπό σειρὰ συνδιασκέψεων ἐμπειρογνωμόνων, καὶ προτάσεως τοῦ ἰταλοῦ τραπεζίτη Ντ’ἀγκοστίνι, στὴν σύναψη ὑποχρεωτικοῦ δανείου τὸν Μάρτιο τῆς ἐπόμενης χρονιᾶς.