Το Φρούριο του Μεσολογγίου

Το 1825, «Έφοδος Μεχμέτ Ρεσίτ πασά Κιουταχή προς άλωσιν τού φρουρίου Μεσολογγίου και αποτυχία. Κατά ταύτην εφονεύθη ο στρατηγός Γιαννάκης Σούκας».

Οι τούρκοι επιχειρούν νέα έφοδο για την κατάληψη τού Μεσολογγίου αλλ’ αποτυγχάνουν. Την στρατιωτική διοίκηση τής ηρωικής πόλης αποτελούσαν οι Νότης Μπότσαρης, Γεώργιος Τσόγκας, Δημήτριος Μακρής, Νικόλαος Στουρνάρης, Ανδρέας Ίσκος, Δημοτσέλιος, Γρηγόριος Λιακατάς, Σούκας και Γιαννάκης Ραζικότσικας. Έξω από το Μεσολόγγι βρίσκονταν ομάδες ενόπλων Ελλήνων, οι οποίες παρενοχλούσαν τις εφοδιοπομπές τού εχθρού, παρεμποδίζοντας την επικοινωνία τού Κιουταχή με την Ανατολική Στερεά.

O μηχανικός Μιχαήλ Kοκκίνης, Χιώτης τη καταγωγή, ήταν εκείνος που είχε αναλάβει την κατασκευή των τειχών τού Μεσολογγίου. Πλήθος οβίδων έπεφταν καθημερινά στην πόλη. Όσο τα κανόνια βομβάρδιζαν, τόσο οι σκλάβοι των οθωμανών υπό τις οδηγίες των Γάλλων συμβούλων και υπό την απειλή τού μαστιγίου, έσκαβαν λαγούμια και χαρακώματα πλησιάζοντας την τάφρο τού Μεσολογγίου.

Ύστερα από μία αποτυχημένη έφοδο, ο Κιουταχής ζήτησε απ’ τους Ρωμιούς να δεχθούν την προστασία του και αυτός εφεξής θα τους είχε σαν παιδιά του.Ο Λάμπρος Βέϊκος τού απάντησε με μία επιστολή στην οποία έλεγε ότι οι Σουλιώτες ήταν έτοιμοι να πεθάνουν για την υπεράσπιση τής ελευθερίας και τής θρησκείας τους και δεν ήταν διατεθειμένοι να παραδώσουν το κάστρο στους αλλόθρησκους, ντροπιάζοντας έτσι το ένδοξο όνομά τους. Μαζί με την επιστολή έστειλε και μερικές μπουκάλες ρούμι για να πιουν οι Οθωμανοί και να αποκτήσουν θάρρος, γιατί το Μεσολόγγι θα έπεφτε μόνο με πόλεμο.